Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

το κυβικο δωματιο

Αθελα μου,εφτιαξα με χαρτονι και γρασιδι μια συνομιλια.
θαυμασα την απαλοτητα και το τρανταγμα του "μετα"
και χωρεσα την μικρη μας συναντηση στο "μ"
ειχα μια σχετικη αισθηση του χρονου,ανωδυνη και διαφανη
με την νοσταλγια του ασπρου δωματιου και την ταλαιπωρημενη λαμπα που χασκει απ το ταβανι
οι σταγονες που επεφταν στον νεροχυτη,σαν να κρατουσαν τον ρυθμο,την συνοχη του συμπαντος,διαβαζαν τις λεξεις,την υπαρξη,την παγωμενη ωρα στις τεσσερις το πρωι
σαν ενα λαμπακι στο ασπρο δωματιο,ενα λυτρωτικο μα ενοχλητικο κεφαλι
που σπαει το ασπραδι της σχετικοτητας.
ενας φιλοσοφος που εκανε τον γυρω του κοσμου,,κατεγραψε με καθε λεπτομερια και με ολες τις αισθησεις του οσα ειδε.λενε οτι δεν βγηκε ποτε μεχρι την εξωπορτα του σπιτιου του.
το δωματιο ειναι ασπρο,και η προσπαθεια σου τοσο αστεια να ορισεις το συμπαν.
σαν τεντωμενο δερμα, σαν τη στιγμη που ενα πρωινο ονειρο ξεθωριαζει ,και αναβλυζει,ενα κρισημο σημειο του αινιγματος.
κοιταζω γυρω μου.δεν γνωριζω,και πολυ ταπεινα,θελω να γονατισω κατω απο την λαμπα.
αφηνω το φως της λαμπας, να ρεει αναμεσα στα δαχτυλα μου,κι ακολουθω τις κινησεις,ενας χορος δρασης-αντιδρασης,οι λεξεις με ολη τους την γυμνια χτυπανε πανω στα τοιχωματα του ευφλεκτου και ευελικτου κυβου μου,σαν να ζηταν να τον κατασπαραξουν,αλλα δεν τολμουν,ειναι κατασπρο το δωματιο.
καποιοι αρνουνται να αποδεχτουν,πως ποτε δε συναντηθηκαν,τελικα η συναντηση χαθηκε,και ξαναπλαστηκε απο το εξαιρετικο ταλεντο ενος χαρτοκοπτη,πανω στις γραμμες ενος τετραδιου.υπαρχει?δεν υπαρχει?καθε κοψιμο,μια διακριτικη μετατοπιση,μια αφηγηση,μια παρασταση που δεν θα ανεβει δευτερη φορα.
απο την αλλη,η σιωπη εχει αποδειχθει πολλες φορες προτιμοτερη,πολλες φορες απλως χρειαζεσαι τα ποδια,και τη μεση,και το στηθος,και το κεφαλι,για να σπρωξεις τις χαραμαδες αυτου του δωματιου-και την λαμπα φυσικα,να την τραβηξεις με τα δοντια-για να κανουν χωρο οι λεξεις και με θρασσος να περασεις αναμεσα.
ο καλυτερος μου φιλος,πολυ αδιακριτα,βουτηξε στον κυβικο μου χωρο,χωρις ερωτησεις,αυτος ο πετρινος δευτερος μου εαυτος,ακαμπτος,μα εστω φωτεινος.
η κυματιστη χορογραφια,που μου εμαθαν τα αστερια,νεοβαπτιστη,μεσα απο το σεντονι της γεννησης μου,αθελα μου και περα απο την ανθρωπινη μου θεληση,με επλασαν και με χορογραφησαν,και τωρα,μονη,τυλιγμενη λεξεις και παραγραφους,στο ασπρο μικρο μου δωματιο,απλα και πολυ φυσικα,χορευω τον χορο που σωστα και σταθερα μου χαριστηκε.
τα απομειναρια του μονιτορ ενος σιωπηλου μαρτυρα της ακμης μου,ριχνουν τα παρασιτα τους στη λαμπα.
το συναισθημα της απολυτης ευτυχιας,της ευλογημενης κοπελας,και της παρακμαζουσας αναμορφωσης στο εξωτερικου του κυβου,που τελειως ανημπορη δε μπορει να χωρεσει στο ασπρο δωματιο.ο χρονος,παρολη την κουραση του,αγκαλιαζει κι αυτος το δωματιο,σαν την υστεροφημια της λευκοτητας,και συμμαζευει τα μικρα σωματιδια που ξεφυγαν απο κατα τα αλλα αδεξια αποδοση της συμπαντικης χορογραφιας.
οταν μεγαλωσω,θελω να γινω ηλιος,και σιδερενια ακριδα.τι ημουν?φιλος?μηπως εχθρος?

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Nocturne E Minor

δεν εχω αναγκη απο νεραιδες,ουτε απο μυγιαγκιχτες πριγκιπισσες,ουτε κουκουλωμενους επαναστατες μονο μουσικη και μουσικη και μουσικη
και θα ναι κριμα,θα ναι τοσο κριμα,να μεινουν πισω οι τραγικοι μας ηρωες,εκεινοι,οι δυνατοι,που βραζουν κατω απο τα μαρμαρα,και ανατελουν καθε δυση
και τα παιδια,τοσα παιδια χαμενα,απο πολυ νωρις
που μια σονατα,απο ενα αερακι,μια μυρωδια απο γιασεμι,κι ενα δυστιχο με το νοημα της ζωης,δε βρεθηκε να τα κρατησει,δε δωθηκε
θαφτηκε σε μια ταξη με τοιχους νοσοκομειου,μεσα σε ενα σπιτι χωρις το βλεμμα
εξω απο τη σφαιρικη,ολοστρογγυλη δυνατοτητα του κοσμου
σαν τα αστερια,καυτα,μικρα παιδια,ηρωες μιας συγχρονης τραγωδιας,τοσο δυσβασταχτης που ξεχασαμε να κοιταξουμε,το φταιξιμο ειναι πανω μου και πανω σου,σαν αστερια σου ειπα,
σαν μικρα μικρα αστερια,ακλονητα,αξια,πανιερα,με πυρωμενους γαλαξιες,και σκεπασμενες χιονοστιβαδες
μη κοιτας οταν γραφεις,μην το κοιτας,
μην αφησεις το μολυβι να σου φυγει
αυτο θα ναι κριμα,
να μη διστασεις
να πεις μια φορα και δυο φορες
δυνατα,απ εξω σου
οτι ολα ειναι εδω,εδω γυρω,ειναι φωτογραφιες,και ειναι παραδοση,ειναι σα να φυτρωσαν οσα αγαπας,μεσα στη μητρα με σπορους απ τον Σειριο,με κρατηρες
χωρις σβησμενα ηφαιστια,με παιδια,που εχουν απ τη γεννηση τους την εκρηξη να κυλαει στις γαλαζιες τους φλεβες,και στα κοκαλα στο λαιμο τους
με πολυ μουσικη,και πολλους αναγραμματισμους,και πολλα συνθηματικα,και την γνωση,
την θαλασσια γνωση,λουσμενη και κεντημενη με νερο και κυματα,και λουλουδια,
την γνωση της εμπιστοσυνης,της δυναμης της αγαπης,
τη γνωση οτι δεν ειναι πασέ να πεις σ αγαπαω,δεν ειναι μπαναλ
ειναι η δυναμη σου,και η δικη τους αποτυχια,ειναι η ευκαιρια σου να αγγιξεις το αιωνιο,το συγκλονιστικο,το ατρανταχτο
που στο κρυβουνε,και με το καιρο εμαθες να το κρυβεις απο μονος σου
ποσος καιρος πρεπει να περασει,ποσο αιμα να χυθει,ποσες μερες πρεπει να χασεις,για να καταλαβεις,να παψεις να το κυνηγας,να το παρεις αποφαση οτι ειναι εδω,καθεσαι πανω του και κανεις οτι δε το βλεπεις ανθρωπε μου,κανεις οτι θα φερεις εσυ τη δικη σου προσωπικη και ανιδεη επανασταση,με χαμηλωμενο βλεμμα,και λερωμενη ψυχη,χωρις καθαροτητα,χωρις γνωση κι αυτογνωσια και κουραγιο,μεσα απο το γραφειο και μεσα απο ενα χυδαιο δεκαπενταμελες,με καφεινη,με ψευτοχαμογελα,και κει ψηλα να φυτρωνουν ελατα και να ξεχυνονται πεδιαδες,και να μην βλεπεις,να μην θες να δεις,κι αυτο που με πληγωνει ειναι οτι δεν εχεις κουραγιο να δεις,διαβαζεις αυτο που λεω και παλι δεν αγαπας,δεν αγγιζεις,δεν περνας καν ξυστα,τοσα παιδια πρεπει να χαθουν,τοσος κοσμος να παει χαμενος οπως χαμενος γεννηθηκες,και να μην εχει ακουσει εναν στιχο,ενα αγγιγμα να μην εχει παρει απο σενα,να κρατηθει,να σε βλεπει λαμπερε μου επανασταση με τις κραυγες των ζωων,με το σκισιμο του φοβου,να κραζεις για καποια αλλη ζωη,για καποιους θανατους που δε ξερεις τι θελουν να πουν,να διαβαζεις καποιο βιβλιο,και παλι να μην ξερεις τι παει να πει,να πληττεις,να βυθιζεσαι σε μια ραστωνη που τελικα θα αποδειχθει αξιεπαινη,να μην μπορεις να θυσιασεις,να μην μπορεις να κουνηθεις απο τις ψευτοιδεολογιες σου,γιατι καταλαβε το,ιδεολογιες δεν υπαρχουν,υπαρχουν καβατζες ομως,υπαρχουν πολυ ομορφα σκαλισμενες ασπιδες,να σου κρατανε πισω απο αυτες τον αληθινο κοσμο,να λες οτι ζεις τη ζωη,οτι αυτοι φταινε,αλλα βαζεις το χαλικακι σου,και μετα ολοκληρο βραχο πανω στα ομορφα,πανω στ'αγαπημενα σου,αυτα που σου χαριστηκαν κι αρνιεσαι να δεις,λες οχι στη σιωπηλη διαμαρτυρια,στη σιωπηλη αντισταση,στην ουσιαστικη,ακραδαντη και απαραβατη γαληνη,βουτηχτικες σε αυταπατες,σε μια γιγαντια διαφημιση,πολυ δυνατα φωτισμενη,σου τρυπαει τα ματια και εσυ κανεις ηλιοθεραπεια στα βαρια της φωτα,πως να αντεξεις το απλο κι απαλο φεγγαροφωτο,πως να μιλησεις για το θεατρο,που δε ξερεις πως να ζησεις και πως να πεθανεις.
καθε βραδυ πεθαινεις αργα,κι ανασταινεσαι το αλλο πρωι,βαζεις το μαγιο σου και κατεβαινεις στη πορεια,και δε ξερεις τι ψαχνεις τι φωναζεις,και με γεμιζεις απογοητευση.
κι ολα ειναι εδω,ολα ειναι εδω,ολα ειναι εδω.δειξε μου εμππιστοσυνη,τα χω δει,εχω αγγιξει λιγακι το αλεφ,εχω ριξει μια κλεφτη ματια.πες το μου.

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

σπαγγος

τα πραγματα ειναι ομορφα ξερεις...ακουω γλυκια μουσικη,απο εκεινες τις λιγες,τις περαστικες,τις φλογοβολες.πως να προλαβεις να σκυψεις το κεφαλι,να κατεβασεις τις μελωδιες,οταν σε εχουν προσπερασει ηδη..
με απλα λογια,πολυ απλα
μια μικρη ιστορια
σαν τον κυνηγο και τον ψαρα
την πριγκηπισσα και το μπιζελι
σαν μια ελπιδα,οχι φανταχτερη,οχι ξεφτισμενη
μικρη,που κοχλαζει
η δυνατοτερη μεσα στις πυραμιδες
με τ'ακροδαχτυλα της ν'αγγιζουν την ακρη του φουστανιου της.
μια τοσο ιερη στιγμη,να βεβηλωνεται απο αλυγιστους δεικτες ρολογιου,απο ενα πνιγερο τικ τακ,σχεδον σβησμενο,ακαθεκτο
ο ναυτης,με το αλφα παρμενο απο το αλεφ - ακομα το ψαχνω - και το υψιλον του,μια σκηνη,χωρις αυλαια,τοσο μαρμαρινη,τοσο απαλη.
θα ειναι ειναι αυτος,ο χορευτης της πλατειας,ο αρκουδιαρης,
το ντεφι,και μετα θα ναι κυκλαμινο,και πευκοβελονια στα ποδια της.
με τι λογια,τι γραμματα να συμμαζεψω?
θα ειναι σαν στηθος,σαν πλατη,σαν την πινακιδα που σου λεει οτι εδω αρχιζει,κι εδω τελειωνει το χωριο.
ο ομορφοτερος απο τους δυο γιους,ο Γιαννακης της Ορφανης,ο αξεχαστος και περπατημενος πανω απο χορταρια και μετα απο θαλασσες,με ενα κουπι και μια ανδρομεδα κρασι σε καθε του χερι,ισα ισα να του θυμιζει,εισαι αυτο που δε γινεσαι,αυτο το χαλικακι που σε ενοχλει στο παπουτσι σου,κι αυτη η ωρα που φυσσαει και χαιδευει.
το μυστικο που επλεξε με τα μαλλια της,σαν κοριτσακι,σαν μικρο παιδι,που το δεσε με σταχυα και τον Αλιακμονα, χιονι για τα ματοκλαδα,και φωτια κι ανασα,για να χει το αλεφ κατι να ξαγρυπνα γι αυτο..
ποσο απλη μελωδια,ποσο απλη...
με το κρασι και το κουπι,μεσα απο πολιτειες,καταξενες,ηρθε να τις εννωσει με μια κλωστη,με εναν σπαγγο,με τα πουλια,τις ριζες,υστερα τ'αγαλματα κι ως περα τ'αστερια. ο μικροτερος,και ο δυσκολοτερος ερμηνευτης,που μυριζει σκονη,και πευκο,κι αγγιστρωνει και δε ξερεις απο μια μερια να πρωτοχαρεις,ποια μερια θα προλαβεις,ποια μερια θα σε προλαβει,αρμονικα,μυστικα συνεννοημενα,χωρις λογια,λιγο αερακι και λιγη σταχτη απ τα παλια,και δυο δοντια δεμενα με τον ιδιο σπαγγο στο λαιμο,η ουσια,η νοσταλγια,ενας κυνοδοντας κι αλλος ενας