Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Δανεικός

Περπατώντας κάτω απ’ τις σταγόνες, το βήμα τον δάκρυζε, σαν να τον κάλυπτε μια δύναμη έξω από αυτόν, τα μαλλιά του κολλούσαν στο πρόσωπο του κι ένιωθε τις αστραπές να τρυπάνε κάθε σημείου του κορμιού του. Έτσι του άρεσε να νιώθει. Το κάθε συναίσθημα διογκωνόταν στις φλέβες του, υπερίσχυε ,έσταζε από παντού. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν έκλαιγε ή αν η βροχή είχε σφηνώσει στα βλέφαρα του. Όμως του άρεσε, από καιρό το περίμενε.
Η βροχή κάπως τον ξέπλενε, το στήθος του ξεκουμπώθηκε κι αν έσκυβε το βλέμμα θα έβλεπε αστέρια αντί για σώμα, θα έβλεπε πως ποτέ δεν ήταν μόνος, θα ένιωθε την μουσική που έβγαζαν τα χέρια του.
Την αγαπούσε την ζωή του. Την καταλάβαινε, έπλεε μαζί της. Αγαπούσε τον κόσμο όλο, ήταν τόσο απτός, ήταν για κείνον κι αυτός για τον κόσμο. Ανέπνεε πάντα βαθιά, είχε την σιγουριά πως θα τα χωρέσει όλα σε μια ανάσα, νόμιζε πως δεν θα του έπεφτε τίποτα έτσι , όλος ο κόσμος μια πνοή του έμοιαζε.
Μέχρι που μια μέρα πέθανε. Και κανείς δεν έκανε τον κόπο να του το πει. Το πρώτο βράδυ γυρνούσε στα σπίτια φίλων τους φώναζε στο ύπνο τους, ανακάτευε τα σεντόνια, άφηνε μηνύματα με το δάχτυλο σε υγρούς καθρέφτες, χτύπαγε κάτω το πόδι, μα εκείνοι στέκονταν πολύ στενόμυαλοι για να καταλάβουν τι γινόταν.
Σ’ αυτή την μόνιμη κατάσταση άρχισε να νιώθει πάρα πολλά, τόσο πολλά που στο τέλος όλο αυτό έγινε τίποτα . Είχε ξεχάσει τ’ όνομα του και τις γραμμές του προσώπου του, κάθε πρωί ακούμπαγε ότι απέμεινε απ’ το χέρι μου στο στήθος, μήπως και ένιωθε την σάπια καρδιά του να χτυπάει ξανά.
Προσπαθούσε απελπισμένα να νιώσει κάτι. Στην αρχή προσπαθούσε να γελάσει, αλλά απ’ το στόμα του έβγαινε κάτι ακανόνιστο κάτι που έμοιαζε με αντανάκλαση ουρλιαχτού, αλλά ούτε αυτό τον ησύχαζε. Μετά θέλησε να νιώσει τον πόνο, χτυπούσε δυνατά το νεκρό του σώμα, έπαιρνε σπασμένα γυαλιά και τα έμπηγε στα κρεμασμένα του μέρη, τα καταμαστίγωνε με σκουριασμένες αλυσίδες με δεν του δόθηκε η αξίωση ούτε πόνο να νιώσει . Ήταν επίσημα ένας ξένος ,χωρίς όνομα, πιο νεκρός απ’ όλους τους νεκρούς, χωρίς συναίσθημα, χωρίς βλέμμα με καθρέφτισμα.
Ο χρόνος δεν υπήρχε γι αυτόν, δεν είχε ύπαρξη, ώσπου μια μέρα δημιουργήθηκε η ανάγκη του νερού. Ήθελε να νιώσει βρεγμένος, να τρυπήσει το νερό τα διαλυμένα του κουρέλια, να μπει η βροχή στα μάτια του να δει το φως, να μπει στα χείλια του, ν’ ανάψει η ζωή να γεμίσει νερό μέχρι να βουλιάξει.. δεν μπορεί κανείς να ικανοποιήσει μια ανάγκη ανθρώπινη όταν δεν είναι άνθρωπος. Όμως το ήθελε, το ποθούσε, δεν έβλεπε τίποτε άλλο, δεν υπήρχε κάτι άλλο, ήταν αυτός και ήταν στεγνός , το χώμα πίεζε την γλώσσα του, γινόταν φέρετρο, ξαναπέθαινε.
Μέχρι που έβρεξε. Κανείς ζωντανός δεν αντέχει τέτοια βροχή, κάθε σταγόνα ανοίγει τρύπες στα χλιαρά τους στήθη, και τους ανοίγει τα μάτια διάπλατα. Αλλά εκείνος το ένιωθε!!!!
Η βροχή τον συγκλόνισε, τον ακινητοποίησε, τον ανακάτευε μαζί με το βράδυ, ΗΤΑΝ Η ΒΡΟΧΗ ! Το χώμα αργά αργά, ελευθέρωνε το στόμα του κυλώντας παντού , τα μαλλιά του, τελικά υπήρχαν, κανείς δεν αμφέβαλλε, και το στήθος! Το στήθος! Ήταν εκεί, γεμάτο λάμψεις , άστραφτε γεμάτος ξερό αίμα, το ένιωθε, μια πρωτόγνωρη ζωή τον γέμιζε! Ήταν εκεί! Ανέπνεε βροχή, η μύτη είχε ανοίξει και δεν έχασε τίποτα απ αυτή την πνοή! Είχε δίκιο, πάντα είχε δίκιο! Αυτός για τον κόσμο! Αυτόχειρας ! Θησεία ! το στήθος τα έσπαγε σε αστέρινα κομμάτια, όση καρδιά του είχε μείνει έστελνε σήματα φωσφορικά στα σκοτάδια των ζωντανών, δεν ήταν μόνος! Δεν ήταν μόνος! Χτυπάει αυτή η καρδιά! Και στο στομάχι, και στα άκρα του! Το νερό ρουφούσε κάθε επιθυμία, τον έγλυφε, ήταν πανέμορφος, είχε όνομα! Τα θυμάται όλα, τα βλέπει στα κομμάτια του στήθους του να περνούν σαν παλιά ταινία, αετοί και χαράδρες, δειλά φιλιά και φωνές… Τα’ ακούει όλα, τα βλέπει! Γελάει και νιώθει την χαρά και τον πόνο μοιρασμένα, στην μέση και στο τέλος, κι ας μην ξέρει που μπορεί να κρύβονται…. Ένιωθε το νήμα να τελειώνει, η κλωστή στένευε, ΚΟΡΥΦΩΣΗ !
Μόλις βγήκε ο ήλιος έσκασε στο πιο φωτεινό ουράνιο τόξο, και η αντανάκλαση αυτού του δανεικού, τους τύφλωσε αυτούς που ψευτοζούσαν !

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

the night

Η νύχτα τον γοήτευε. όταν ήταν παιδί, ανέβαινε στην ταράτσα και κοίταγε από κάτω την πόλη μια να κοιμάται, μια να ξυπνάει, έναν κόσμο τεράστιο, τον μύριζε, ήξερε πως άνοιγε τα χέρια του θα τον έπιανε. Ήταν που πάντα αγαπούσε τη θλίψη.

Κάθε βράδυ, πάντα, διάλεγε ένα σημείο στον ορίζοντα, και το κάνει δικό του. Παγώνει για λίγο τον χρόνο, και ζει την ζωη των ανθρώπων του, όσα δεν έζησε, όσο δεν τον πονάνε, εκεί ξέρει πως τον περιμένουνε, και πως κανείς δεν θα τον φιμώσει.

Κάθε βράδυ, στην ταράτσα του επάνω, κοιτάει τα’ αστέρια και τον ουρανό. ψάχνει τρόπους να τον κάνει ένα μικρό μπαλάκι και να τον χώσει στην τσέπη του, να το ανοίγει, να βλέπει το φως, και να μην τους φοβάται τους άλλους. Πιο πολύ απ όλα του άρεσε η μουσική της πόλης το βράδυ. Δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει τι ήταν, από τι ήταν φτιαγμένη, πως ήτανε δυνατών να ταιριάζει με τα φώτα, πως με τον καιρό είχε γίνει ο διακόπτης της διάθεσης του! Απολάμβανε να κλείνει τα μάτια και να την ακούει, εκεί στο χάραμα, με τον τεράστιο ήλιο να σκιάζει την πόλη, να μπαίνει το φως μέσα από τα κλειστά του βλέφαρα, να βλέπει επιτέλους αυτά που θέλει να δει, αυτά που διάλεξε για κείνον.

Ήταν λειψός, απέραντα μισός κάθε πρωί έγραφε «καληνύχτα» στις ηλιαχτίδες, κι έπρεπε να τα διαγράψει όλα αυτά που τον συγκίνησαν και έκαναν την καρδιά του να χτυπάει σε ρυθμούς γλυκούς, ο κόσμος ο άλλος ποτέ δεν τους ήθελε τέτοιους χτύπους. Έπρεπε να φορτωθεί μια τσάντα στον ώμο, να πάρει τον καφέ του απ’ το κοντινότερο starbucks, και να φάει στην μάπα μια ηλίθια γκόμενα που τα μόνα όνειρα που κάνει έχουν σχέση με την τηλεόραση και με πλατινέ μαλλιά. Αυτά δεν είναι τα αποδεκτά? Αυτά δεν είναι που ποτέ δεν ονειρεύτηκε? Εεε λοιπόν ναι, αυτά είναι! Θα ξυπνήσει την άλλη μέρα, θα τα τσαλακώσει όλα μαζί ,θα τα πετάξει όλα απ την ταράτσα του και μετά θα κάνει ότι ήθελε απ παιδί! Θα κάνει την μεγαλύτερη βουτιά του από τα κάγκελα, και θα βουτήξει στο τελείως δικό του σημείο στον κατάδικο του ορίζοντα, και κάνεις, ποτέ μα ποτέ δεν θα του πει ότι είναι λάθος!

Το επόμενο βράδυ στις ειδήσεις των 20.00, δηλώθηκε αυτοκτονία εικοσιεπτάχρονου νεαρού – πτώση απ ταράτσα εξαώροφης πολυκατοικίας, με τεράστιο χαμόγελο στ χείλια και τα μάτια του να χουν πάρει το χρώμα του νυχτερινού ουρανού.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Περπατούσε ασταμάτητα απ’ το πρωί. Η ανάσα του δεν έβγαινε πια καθαρή και ένιωθε το στομάχι του να δένετε όλο και περισσότερο. Σταμάτησε σ΄ ένα δρομάκι κάπου στο κέντρο της Αθήνας και σωριάστηκε αμέσως κάτω, μ’ όλη τη κούραση του ολοήμερου περπατήματος να του βαραίνει τα πόδια. Τα θυμότανε όλα. Πεντακάθαρα. Τον τρόπο που άνοιξε τη πόρτα, πως την βρήκε να κλαίει, τα μαλλιά της που μπλέχτηκαν με τα σκεπάσματα… Φοβόταν έλεγε… Η σελίδα γινόταν πράσινη και μετά είχε χάσει… Αυτό προσπαθούσε να του πει και δεν είχε λόγια !
Στο μυαλό του μέσα ήτανε ακόμα καρφωμένο εκείνο το ύφος της, σαν ταραγμένο ζώο έμοιαζε και τα μάτια της έπαιρναν να σκουραίνουν απ΄ την τρέλα. Την είχε πάρει αγκαλιά, ολόκληρη, πιάνοντάς την απ’ τα γόνατα και απ’ το κεφάλι – ναι, ναι τα πάντα θυμότανε….. Τα δάκρυα της είχανε μια γεύση σκουριάς αλμυρής, τα ένιωθε, τα ζούσε, είχανε γίνει δικά του πολύ. Την κρατούσε απαλά, μην του σπάσει, εκείνα τα γυάλινα χεράκια, τα μικροσκοπικά κόκαλα – σαν μωρού - , το στόμα της άρχισε να του ψιθυρίζει στ’ αυτί του τον λυγμό της.
Ο χρόνος τότε σταμάτησε, δεν είχε χώρο εκεί, γινόντουσαν ένα, είχαν ενωθεί τόσο πολύ που φοβήθηκε να την αγγίξει, το φιλί της το φοβήθηκε μήπως και έπεφτε και γινόταν σταγόνες – πώς να την μαζέψει μετά?
Τα ‘χε αγαπήσει αυτά τα μαλλιά, μαύρα και μακριά, τόσο πολύ τα ‘χε αγαπήσει, κι εκείνη τα κρατούσε στα χέρια της , με το λάθος να γυαλίζει στα μάτια της.
Θα την κρατούσε για πάντα. Όταν η ανάσα της θα τέλειωνε , θα της έδινε την δική του, δεν θα κουνιότανε ποτέ απ εκείνη την θέση- μα δεν έβρισκε καν τη θέληση να το κάνει!
Ήτανε κατασπασμένη. Τον τρόμαζε όσο τίποτα αυτός ο τρόμος που στρίγγλιζε στο πρόσωπο της, εκείνο το λατρεμένο και ήταν ο μόνος που μπορούσε να δει!
Έκλαιγαν και μόνο αυτό μπορούσαν να κάνουν , κανείς δεν τολμούσε να φύγει , μέχρι που το πρωί το ένιωσε… Ξύπνησε πρώτος κι αγγίζοντας τον λαιμό της, απαλά με άγνωστο τρόπο, μην την ξυπνήσει την νεράιδα, το ένιωσε πως δεν ήθελε εκείνη να ξυπνήσει.
Το βράδυ, βλέποντας τον να κοιμάται την έκοψε την ανάσα της, την έπνιξε με τα χέρια της, και γύρισε πίσω, στα χέρια να μην και νιώσει την απώλεια…
Σωριασμένος τώρα, μόνος , πεντάξενος και πόσο πνιγμένος, σ’ ένα άθλιο δρομάκι , να την έχει δει την ομορφιά και να μην ξέρει, δεν το ξέρει, πως θυμάται για πάντα..

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

παρατηρώντας....

Δεν θα θυμάσαι, αλλά περνώντας τα χρόνια σε σβήσανε...
Όταν έκλεινες τότε τα μάτια το μόνο που χάραζε
ήταν το πάτωμα το καταματωμένο, το δικό σου.
Ένα κομμάτι μικρό ουρανό ήτανε να κρατήσεις και τίποτα παραπάνω!
Εύκολα πολύ, πολύ εύκολα θα τα φυσήξεις εκείνα τα «αντίο»!
Θυμήσου για λίγο τον κόσμο εκείνο από θλιμμένους και πνιγμένους στ ΄ αγκίστρια
– ν ‘αγγίξεις μιας στιγμή την φωνή σου πως χτυπάει στ’ αυτί μου!

Όλα θα τα σβήσεις, το ξέρω, το πονώ.

« Τα πρόσωπα που αγάπησα λιώνουνε!» - αυτά μου ψιθύριζες κάθε βράδυ και εγώ να μην κοιμάμαι.
Ο κόσμος αυτός ,κάτω απ’ τα σεντόνια μ’ έπειθες,
πως ρέει στο ψέμα και στις τυραννισμένης θάλασσας το βάθος
και πως η πιο μικρή σου αλήθεια κόπηκε δραματικά στα χέρια μια Πέμπτη βράδυ!

Θυμήσου ! Θυμήσου !
Τα ξεχνάς τα μάτια σου τα σκισμένα και τις ανάγκης τις πληγές και τους κήπους!
Το δωμάτιο με τρώει κάθε φορά που τρέμεις κι άλλη στιγμή.

Δεν θα θυμάσαι… δεν θα θυμάσαι…
Αλλά ποτέ όσα άφησες, την φαντασία και την πλάνα σκέψη,
δεν θα τα κρύψεις κι αυτά στη γωνία!
Λέω πολλά και τόσα πολλά είναι που δεν θα πω, όταν πατάω με το ένα πόδι στα γινόμενα.

Θα τον ρουφήξεις τον πόνο το ξέρω – τα χέρια σου πάντα ήτανε δυνατά,
Και το μυαλό, το μυαλό κοροϊδεύει και δραπετεύει
– οι φυλακές του σώματος πώς να το πείσουν;

Δεν θ’ απαντήσω ποτέ όταν αγωνιάς για όσα έκανες και δεν θυμάσαι.
Καλύτερα εγώ παρά κι οι δυό μαζί.

Αγαπάω τις τεράστιες και θανατικές μας στιγμές
όσο φοβάμαι μην δω να ραγίζει η μικρή σου ψυχούλα.
Ποτέ ποτέ ποτέ δεν θα γίνεις αυτό που νομίζεις πως βλέπουνε οι άλλοι σε σένα! Πάντα αυτοί οι λύκοι και τα κοράκια!

Είσαι η καθαρότητα η πάναγνη , ο νους και το σώμα, είσαι ο κόσμος και το τιποτένιο μαζί. Είσαι ότι μπορεί κανείς να μην φοβάσαι αλλά να τρέμει, ελκύεις και μετά δαγκώνεις την κόλαση στο στομάχι, ποτέ ποτέ δεν θα κρυφτείς!

Δεν θα υπάρχω, κι η ύλη που έδωσα θα την καταπιούν
τα σημεία του σύμπαντος και η μουσική του κτήνους
– ξένες αγάπες καταιγίδες μου για ένα περίπου προσπαθώ και ματώνω τα χρόνια σου!

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

ΚΑΤΩ

H νύχτα θα πέσει και θα είναι κατακόκκινη.
Μες το φεγγάρι το καθρέφτισμα δεν θα πονάει πια όσο πριν.
Εκρήξεις σωμάτων και φωνές παρελθοντικές!
Αλησμόνητα όλα τους!
Να βλέπω το κενό ολόμαυρο, ημερωμένο,
με τα ματιά στην άμμο,
να κλείνει ,
να μην δέχεται πια θέση,
να στο περάσω στο λαιμό να το πνίξεις με τα δόντια σου.
Θα τα μαζέψεις τα λόγια που σφιχτόδεσες και την κίτρινη αποπνικτική σου μυρωδιά!

Κάτω απ’ τη νύχτα δεν υπάρχει πια ψέμα,
δεν υφίσταται η αλήθεια.
Είσαι ο άνθρωπος, ο άνθρωπος γυμνός στην ομορφιά της γεννήσεως
και στο κλουβί, στου έρωτα τις κατακόμβες κλεισμένος!

Τα ματιά σου διόλου κλαμένα .

Θα σκύψεις τότε πάνω απ’ τα βλέφαρα,πάνω απ’ τα λάθη
και ανάμεσα στου κόσμου τα σπρωξίματα - θα ‘μαστε δύο!
Θα ‘μαι εγώ και θα ‘σαι εσύ!
Εσύ το τέλος κι εγώ η αρχή!

Όταν το νιώσουμε, πως η νύχτα ποτέ δεν θα χαράξει,
Θ’ ανοίξουμε με τα χέρια μια τρύπα στον ουρανό τον μαγεμένο νυχτερινό,
και θα κλάψουμε την τόση ομορφιά,
σφιχτά πάντα κρατώντας ο ένας στο χέρι το βλέμμα του αλλού!

Δεν θα πάψω πότε να πιστεύω στον άνθρωπο: στην ψυχή, στο αίμα και πάντα στο πνεύμα.
Με τα δάχτυλα ψάχνω κρυφά υπόγειες μελωδίες κι όλα τα καλά κρυμμένα και ανθρωπινά συναισθήματα – η μόνη οδός κατανόησης.
Ο άνθρωπος στέκει πάντα ψηλά. Σκέψεις βάση τη λογική αδύνατες , παραδομένες σε άλλες σκέψεις και όλες μαζί γραμμένες σε ματζόρε- πώς να κρατηθώ να μην θαυμάσω;
Το σίγουρο είναι πως ο μηχανισμός , ο όλος θόρυβος ,δεν είναι παρά μια κάλυψη, ένα σεντόνι ριγμένο πάνω στην προσπάθεια του εκκολαπτόμενου ανθρώπου, της έξαρσης αυτών των καταλυτικών σκέψεων και της απεραντοσύνης της ψυχής.
Ο άνθρωπος όλα μπορεί να τα σηκώσει. Θα λυγίσει, θα κλάψει, θα ματώσει, θα φοβηθεί αλλά θα σηκωθεί και θα τον πνίξει τον πόνο! Ψάχνω τυφλά να την βρω τη δύναμη, να την καταλάβω , αλλά μοιάζει η γλώσσα της άλλου καιρού και απ την φύση παρμένη!
Η ψυχή όλη είναι ένα τοπίο. Στον ορίζοντα καρφιτσώνω όλα τα όνειρα ,τα αδύνατα, τα παιδικά…. Μπροστά στα πόδια μας ρέει μια θάλασσα συναισθημάτων ,δυνατών ρεφραίν και παθών ασυγκράτητων! Αντιφάσεις ψάχνω και συνδυασμούς!

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

βλεπω τον χρονο να απλωνει και να χανει εκεινο το περιβοητο νοημα.μολις περασουν 10 λεπτα το μονο που θα υπαρχει θα ειναι η απωλεια δεκαλεπτου κενου συναισθηματων και παραστασεων.τα μαλλια μου δεν θα παψουν να μακραινουν και θα μετραω 10 περισσοτερα λεπτα υπαρξης.μονο; βλεπω τελικα πως δεν υπαρχει ο χρονος..το μονο που ισως υπαρχει ειναι αυτη η αεναη και ελκτικη δυναμη,αυτη η παθιασμενη βιασυνη για την συνεχιση, αυτη η εξαψη για εκμηδενιση της τωρινης εκρηκτικης υπαρξης,για να γινει χωρος για να παρουν θεση οι νεες ζωες με τον καταδικο τους χρονο.
Ο χρονος ειναι η σχεση του καθενος με τους αλλους και ολα τα γυρω,ειναι θεμα αντιληψης και συναισθηματικης καταστασης του ανθρωπου.οσο ο ανθρωπος ειναι παιδι συναρπαζεται, αδημονει και αντιλαμβανεται την μεγαλωσυνη της στιγμησ! μεγαλωνοντας, συρικνωνει και καταπνιγει αυτα τα συναισθηματα ωσπου φτανει στο ταπεινωτικο επιπεδο της αποδοχης του χρονου και της υπαρξης του.αρα παυει να σημαινει οτι καποτε σημαινε για εκεινον ολη η δημιουργια και μπαινει κι εκεινη στο κουτακι με οσα το αλαζονικο ον ανθρωπος ειναι σιγουρος πως εχει εξηγησει και υποταξει...

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

ΕΓΩ-ΕΔΩ

εφτιαξα αυτη τη σελιδα καθαρα για λογους εκφρασης....ισως και να μην την εφτιαχνα ποτε....ισως αν ηθελα να σφινωσω στο μυαλο μου κι αλλα κι υστερα κι αλλα κι αλλα κι αλλα....απλα ολα ξεκινησαν να παιρνουνε ενα σχημα ξεκαθαρο και περισσοτερο υλικο στη σκεψη μου και καποια απο αυτα θα σχεδιαστουν ακομα καλυτερα και εντονοτερα αν τα εκφρασω! νιωθω απολυτα προσκολλημενη σ' ενα ομορφο, σε ενα τεραστιο παρον, και μεσα σ' αυτο θα δειξω τι εχω στην καρδια και θα φωναξω και θα πεταξω και ολα αυτα γιατι ειμαι ΕΓΩ και ΕΓΩ φωναζω και επιπλεω στην αγαπη και την ελξη της στιγμης αυτης!ειναι η τεχνη!ειναι μια ομορφια ανειπωτη και με συνεπαιρνει και μεσα απο την τρελα ολη μιλαω και γραφω μονο και μονο γιατι τα λογια ρεουν και κυλανε!γιατι ΕΓΩ ημουνα παντα ΕΔΩ απο την αρχη και απο το τελος!ΕΓΩ αναπνεω ΕΔΩ !ΕΓΩ δειχνω τον τροπο μου διχως τρεμουλιασματα και υπεκφυγες γιατι ειμαι ΕΔΩ! ενα τεραστιο ποιημα γραφεται μεσα στο στομαχι μου και νιωθω τους λογοτεχνες να γαργαλανε με τα φτερα τους και τα γραψιματα τους το μυαλο μου! κι ειμαι παντα ΕΔΩ! αδιασειτο,συγκλονιστικο το ΕΔΩ!απειρο μα παντα μικρο κ τοσο απεραντο και κρυφο και φανερο το ΕΓΩ!